Ανδρέας Κάλβος

Στα τέλη του 18ου αι. γεννιέται στη Ζάκυνθο ο ποιητής των «Ωδών», Ανδρέας Κάλβος. Από πατέρα Κερκυραίο, κρητικής καταγωγής, τον Τζανή Κάλβο, τυχοδιώκτη, πρώην ανθυπολοχαγό του ενετικού στρατού και μητέρα αριστοκρατικής γενιάς, την Αδριανή Ρουκάνη. Ο ποιητής βλέπει το φως της ζωής το 1792.

Σε ηλικία μόλις 9 ετών βρίσκεται στην Ιταλία, καθώς ο πατέρας του εγκαταλείπει τη σύζυγο του και μαζί με τους δυο του γιους, τον 9χρονο Ανδρέα και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο φτάνει στο Λιβόρνο.

Η Ιταλία ασκεί καθοριστική επίδεση στην προσωπικότητα του μικρού Ανδρέα ενώ του προσφέρει κάθε ευκαιρία για μόρφωση. Ωστόσο καταλυτική επίδραση στη ζωή του ασκεί ο κορυφαίος ποιητής Ούγκο Φώσκολο, τον οποίο γνωρίζει στη Φλωρεντία, μεγάλο πνευματικό κέντρο της εποχής, όπου καταφεύγει το 1812 μετά το θάνατο του πατέρα του.

Ο Φώσκολος γίνεται μέντορας του νεαρού Ανδρέα, ο οποίος κάνει τα πρώτα του βήματα στα Γράμματα ενώ ταυτόχρονα σπουδάζει ελληνική, ιταλική και λατινική φιλολογία. Υπό την καθοδήγηση του Φώσκολου και επηρεασμένος από το νεοκλασικισμό που σαρώνει την Ευρώπη, ο Ανδρέας Κάλβος συνθέτει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες: Θηραμένης, Δαναΐδες και Ιππίας (1813-1814) ενώ παραδίδει μαθήματα για λόγους βιοπορισμού..

Ωστόσο οι επιδράσεις του Ιταλού ποιητή, δεν περιορίζονται στα λογοτεχνικά μονοπάτια, καθώς μυεί το νεαρό Ανδρέα στις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, και στις επαναστατικές ιδέες της εποχής.

Το 1815 τόσο ο Κάλβος όσο και ο Φώσκολος καταφεύγουν στην Ελβετία, καθώς έγινε γνωστή η δράση του Φώσκολου, ως μέλος των Καρμπονάρων, της ιταλικής οργάνωσης εναντίον των Αυστριακών. Την επόμενη χρονιά φτάνουν στο Λονδίνο όπου ο Κάλβος παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και κάνει μεταφράσεις στα ιταλικά και στα ελληνικά ενώ αίσθηση προκαλούν στους κύκλους των αρχαιολατρών οι διαλέξεις του (1818-1819) για τη σωστή προφορά των αρχαίων ελληνικών. Ταυτόχρονα συντάσσει και εκδίδει μια Νεοελληνική Γραμματική, καθώς και μια 4τομη Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών ενώ ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.

Σε ηλικία 28 ετών (1819) παντρεύεται την Αγγλίδα Τερέζα Τόμας, η οποία ωστόσο πεθαίνει ένα χρόνο αργότερα, μαζί με το κοριτσάκι, που είχαν στο μεταξύ αποκτήσει. Διάφορες φήμες, που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν κάνουν λόγο και για μια απόπειρα αυτοκτονίας του ποιητή, το 1820, όταν τον απορρίπτει ερωτικά η μαθήτρια του, επίσης Αγγλίδα, Σούζαν Ριντού. Λίγο αργότερα εγκαταλείπει και την Αγγλία

Μετά από μια στάση στο Παρίσι επιστρέφει ξανά στην Φλωρεντία, όπου εμπλέκεται ενεργά στο κίνημα των Καρπονάρων και το 1821 συλλαμβάνεται και απελαύνεται. Για μία ακόμη φορά αναζητεί καταφύγιο στη Γενεύη, όπου έρχεται σε επαφή με ισχυρούς φιλελληνικούς κύκλους ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα ξένων γλωσσών.

Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης συνταράζει την καρδιά του φλογερού επαναστάτη, ο οποίος το 1824 εκδίδει τις 10 πρώτες ωδές του, οι οποίες εκδίδονται υπό τον τίτλο «Λύρα» και οι οποίες σχεδόν αμέσως μεταφράζονται στα γαλλικά και χαίρουν μεγάλης ανταπόκρισης. Στις αρχές του 1825 ο ποιητής μεταβαίνει για μία ακόμη φορά στο Παρίσι, όπου το 1826 δημοσιεύει τις επόμενες 10 ωδές του, τα «Λυρικά».

«Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», λέει ο ποιητής και σχεδόν αμέσως αποφασίζει την κάθοδο του στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου φτάνει στα μέσα του 1826 και εγκαθίστανται στο Ναύπλιο. Γρήγορα όμως απογοητεύεται τόσο την εμφύλια πολεμική όσο και από την αδιαφορία για την ποίηση του.

Οι ελληνικοί λογοτεχνικοί κύκλοι, τόσο οι Φαναριώτες όσο και οι Επτανήσιοι, δυσκολεύονται να κατανοήσουν την ποίηση του και να την εντάξουν σε κάποια ελληνική σχολή, θεωρώντας τον μέχρι το τέλος «ξένο». Ο ίδιος βαθιά επηρεασμένος από το νεοκλασικισμό συνδέει τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την επαναστατική πρακτική ενώ η γραφή αποτελεί συγκερασμό αρχαΐζουσας με στοιχεία δημοτικής.

Κατευθύνεται λοιπόν προς την Κέρκυρα όπου διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία έως το 1827. Ως το 1836, οπότε επιστρέφει στην Ακαδημία, παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ενώ το 1841 τοποθετείται διευθυντής του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ είναι σύγχρονος του Σολωμού και έμεναν επί χρόνια στον ίδιο τόπο δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι οι δύο άντρες, από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές, είχαν κάποια προσωπική γνωριμία.

Για μία ακόμη φορά, ο Ανδρέας Κάλβος, βαθιά απογοητευμένος από τη μη αναγνώριση του από τους λογοτεχνικούς κύκλους της πατρίδας του καταφεύγει το 1852 στην Αγγλία, όπου ένα χρόνο αργότερα θα παντρευτεί, σε ηλικία 60 χρόνων την Αγγλίδα Σάρλοτ Ουάντανς. Στην Αγγλία θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 3 Νοεμβρίου 1869.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η μεγάλη ποιητική αξία του Ανδρέα Κάλβου άργησε πολύ να αναγνωριστεί. Οι πρώτες προσπάθειες έγιναν από το Δημήτριο Βικέλα και κυρίως από τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος του αφιέρωσε μία διάλεξη στον «Παρνασσό» το 1889, αλλά έπρεπε να φτάσουμε στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. και στην περίφημη Γενιά του ’30 προκειμένου να «ξαναδιαβαστεί» η ποίηση του και να καταλάβει στην θέση που του αξίζει το ελληνικό ποιητικό Πάνθεον.

ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ - ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ